- -, ἀνερήσομαι, ἀνηρόμην, -, -, -: ask
- -, ἐρήσομαι, ἠρόμην, -, -, -: ask
- ἀπόλλῡμι, ἀπολῶ, ἀπώλεσα (trans.) or ἀπωλόμην (intrans.), ἀπολώλεκα (trans.) or ἀπόλωλα (intrans.), -, -: kill, lose; (mid. and intrans.) die, cease to exist
- ἀποκρί̄νομαι, ἀποκρινοῦμαι, ἀπεκρῑνάμην, -, ἀποκέκριμαι, -: answer
- ἀμείνων: better (in ability or worth)
- ἄριστος: best (in ability or worth)
- ἐλά̄ττων: less, fewer
- ἐλάχιστος: least, fewest
- ἕως (conj.): as long as, while; until
- ἡγέομαι, ἡγήσομαι, ἡγησάμην, -, ἥγημαι, ἡγήθην: lead the way; be commander; rule (+ gen.); believe
- ἥττων: weaker, worse
- ἥκιστα (adv.): least, not at all
- ἴσως (adv.): equally; perhaps
- ἴσος, ἴση, ἴσον: equal, fair; flat
- ὀλίγος, ὀλίγην, ὀλίγον: little; (pl.) few
- ὕστατος, ὑστάτη, ὕστατον: last
- ὕστερος, ὑστέρᾱ, ὕστερον: later
- ὕστερον (adv.): later
- ῥᾴων: easier
- ῥᾷστος: easiest
- πρότερος, προτέρᾱ, πρότερον: former, superior
- πρότερον (adv.): before, earlier
- πρίν (conj.): (+ infinitive) before; (+ indic., or + and subj.) until
- πλεῖστος: most
- πλείων or πλέων: more
- σύνοιδα: be aware, know (+ dat.)
- τάχιστος: swiftest
- χρόνος, χρόνου: time
- χείρων: worse (morally, in ability)
- χείριστος: worst (morally, in ability)
- αἰσχύ̄νομαι, αἰσχυνοῦμαι, -, -, ᾔσχυμμαι, ᾐσχύνθην: be ashamed, feel shame before
- βέλτιστος: best (morally)
- βελτί̄ων: better (morally)
- εὑρίσκω, εὑρήσω, ηὗρον, ηὕρηκα, ηὕρημαι, ηὑρέθην: find, discover
- θά̄ττων: swifter
- κράτιστος: strongest, best
- κρί̄νω, κρινῶ, ἔκρῑνα, κέκρικα, κέκριμαι, ἐκρίθην: separate, decide, judge
- κρείττων: stronger, better
- κριτής, κριτοῦ, ὁ: judge
- κάκιστος: worst (morally)
- κέρδος, κέρδους, τό: gain, profit
- καινός, καινή, καινόν: new, strange
- κακί̄ων: worse (morally)
- λύ̄πη, λύ̄πης, ἡ: pain, grief
- μάλα (adv.): very
- μέχρι (conj.): as long as; until
- μέγιστος: greatest
- μείζων: greater
- νόσος, νόσου, ἡ: sickness
- οἶδα, εἵσομαι, -, -, -, -: know