How can we help?

You can also find more resources in our Help Center.

310 terms

Etyma Graeca 2

STUDY
PLAY
yαμφηλαι [sk. jambh
jaws [snap]
γαμψοσ [lat. gibbus
curved
γανοσ (1. γληνεα
joy 2. hyena (phrygian)
γαργαλοσ (εγειρω)
tickling [excite
γαργαρα (αγειρω)
heaps
γαργαρεων (βορα) [lat. gurgulio
uvula
αροσ (sk. garas, βορα)
caviar (drink)
γαστηρ (γFενστηρ) [lat. venter, eng. kid-ney, sk. jatharas
belly
γαυλοσ (γογγολυσ) [γαυλοσ, sk. gola]
merchantman [sk. jug]
γαυροσ (γαιω
exulting
γαυσοσ*
γαμψοσ* -- bent
γε [sk. gha
at least
γεγειοσ (γη)
ancient
γεγωνα
call out
γεισον (carian, γισσα) [ohg. kis]
cornice [gravel]
γειτων (γη)
neighbour
γελαω (γαληνη)
laugh
γελγη*
γρυτη* -- frippery
γελγισ [grnjanas]
garlic
γεμω [lat. gemma, gemursa, gumia, gemo]
am full
γενοσ [lat. genus, eng. kin, sk. jan
race [sk. generate]
γεντο (γεμ-το)
grasped
γενυσ [lat. gena, genuinus, eng. chin, sk. hanus]
jaw
γερανοσ [lat. grus, eng. cran
crane
γερασ [sk. garvas]
privilege [pride]
γεργυρα, γορυρα
καρκαρον*
γερρον (γυργαθοσ)
wickerwork
γερων [sk. jaras
old man [old]
γευω [lat. gusto, eng. choose, kiss, sk. jush
give to taste [sk. be pleased]
γεφυρα, lac. διφουρα, theban βλεφυρα (asiatic
bridge
γη*
γαια*
γηθεω (γαιων) [lat. gaudeo
rejoice
γεθυον, γητειον [sk. gandholi]
leek [a plant
γηρασ (γερων)
age
γηρυσ [lat. garrio, o nor. kalla, sk. jar
voice [sk. call
γιγαρτον [granum]
grape-stone or the pit of a grape [yellow "rubbed"]
γιγγλυμοσ (γαγγλιον
joint
γιγγρασ (κινυρα, heb. kinnour)
flute [harp]
γιννοσ (ligurian -- a coastal region of north-western Italy, the third smallest of the Italian regions.
mule
γλαγοσ (μλαγοσ, αμελγω
milk
γλαζω
sing
γλακτο-φαγοσ (γαλα)
living on milk
γλαμων
blear eyed
γλανισ
shad (phoenician
γλαρισ
chisel
γλαυκοσ (γαληνη) [sk. jurv
bright [burn
γλαφω (σκαλλω) [lat. scalpo
carve
γλεφαρον
eyelid
γληνεα (γαληνη) [γληνη
shows [eyeball]
γληχων (μαλαχη)
pennyroyal - an aromatic Old World plant, Mentha pulegium, of the mint family, having clusters of small purple flowers and yielding a pungent essential oil used medicinally and as an insect repellent.
γλινοσ, γλεινοσ (κλινοτροχοσ)
maple
γλισχροσ [lat. glittus, glis
sticky, greedy [smooth, clay
γλιχομαι [sk. gardh
desire [be eager
γλοιοσ [lat.gluten, eng. cleave to, γλοιοσ
oil [gk. vicious "slippery"]
γλουτοσ
nates
γλυκυσ (δλυκυσ) [lat. dulcis]
sweet
γλυφω (σκλυφω) [lat. sculpo
carve
γλωσσα [γλωχισ
tongue [point]
γναθοσ*
γενυσ* -- jaw
γναμπτοσ (γναπτω)
a bird
γνησιοσ (γενοσ)
legitimate
γνυξ (γονυ)
on the knee
γοννγροσ 2. (γιγαρτον)
1. γρυλοσ (fish) 2. excrescence on trees (rubbing)
γογγυλοσ (γυροσ)
round
γοησ (γοοσ)
enchanter
γομφοσ (γαμφηλαι
bolt
γονυ [lat. genu, got. kniu, sk. janu
knee
γοοσ [sk. gu]
groan
γοργοσ [garj] 2. (αγειρω)
1. grim [bellow] 2. swift
γουνοσ*
γωνια* -- corner
γουροσ
cake
γρασοσ (LAT. hircus)
smell
γραυσ (γερων)
old woman, scum
γραφω [lat. scribo] (γλαφω)
scratch
γραψαιοσ (ags. καραβοσ) [eng. crab]
crab
γριφοσ (σκριφοσ) [lat. scirpus
weel -- Prov. E. weel, weal, a wicker basket to catch eels; prob. akin to willow, and so called as made of willow twigs.] A kind of trap or snare for fish, made of twigs. [Obs.] --Carew.
γρομφασ [lat. scrofa]
sow, wild boar
γρυ (γιγαρτον)
morsel
γρυζω [lat. grundio, o nor. kretta]
1. mutter [o nor. murmur] 2. melt
γρυλοσ (βορα) [sk. gargaras
conger ("drinker") [a fish]
γρυμεα, γρυτη (σκυλλω) [lat. scruta]
frippery - finery in dress, esp. when showy, gaudy, or the like.
γρυποσ [γρυψ]
curved [griffen "hook-nosed"]
γυαλον ??? [γυησ, γυιον, γυιοω
hollos [plough-tree, limb, lame "bend"]
γυησ [sk. jya]
field [earth]
γυλιοσ (γαυλοσ)
wallet (merchantman)
γυμνοσ (νυγF-νοσ) [lat. nudus, got. naqaths, sk. nagnas
naked
γυνη [eng. queen]
woman
γυννισ (γιννοσ)
effeminate
γυργαθοσ
weel
γυροσ [lat. buris]
round [plough-tail]
γυψ
vulture (egyptian)
γυψοσ (persian. jabs)
chalk (gypsum)
γωλεοσ (βαλλω)
hole
γωνια [αγοστοσ]
corner [hiding place]
γωρυτοσ (κωρυκοσ)
bow-case
δα-*
ζα-*
δα (cyprian ζα, γη)
earth
δαημων
skilful
δαηρ [lat. levir, sk. devar]
brother in law
δαι*
δη*
δαι (δαιω)
battle
δαιδαλοσ
variegated
δαιμων (δαιω)
deity
δειρω*
δερω* -- flay
δαιω
1. burn 2. divide [eng. time]
δακνω [eng. tongs, sk. dac]
bite
δακρυ [lat. lacruma, got. tagr]
tear
δακτυλοσ [lat. digitus, eng. toe] (δεκομαι)
finger 2. date (phoenician)
δαμαζω [lat. domo, sk. dam]
tame
δανειζω (δαιω) [δανοσ
lend [gift]
δανοτησ (δαιω)
misery
δαπανη [δαπτω]
expense [devour]
δα-πεδον (δα-
floor
δαπισ*
ταπησ*
δαρδαπτω (δαρδαπτρω, δρεπω)
devour
δαρεικοσ (dar)
a coin (holder = king) (pers. )
δαρθανω [lat. dormio, sk. dra]
sleep
δα-σκιλλοσ (σκιλλα = σχινοκεφαλοσ)
a fish
δα-σπλητισ[lat. splendeo]
fearful
δασυσ [lat. densus, dusmus, dumus
thick
δαυκοσ (celtic) [ eng. dock]
parsnip
δαυλοσ (δασθσ?)
thick
δαυω (δια + ι-αυω)
sleep
δαφνη
bay
δαψιλησ (δαπανη)
plentiful (expense )
δε [lat. qui-dam, δη, οδε]
but
δεατο [sk. di]
seemed [shine]
δεδαα (δαημων)
novi (skilful)
δεελοσ (δεατο)
conspicuous
δει (δευομαι)
oportet
δειδισκομαι (δει-δεκ-σκομαι, δεκομαι)
welcome
δειδω (δεδδοα, δε-δFοια)
fear
δειελοσ [δυω
vespertinus -- evening [set]
δεικαναομαι (δεκομαι
welcome
δεικνυμι (lat. deico, indico, dicio, eng. token, sk. dic]
show
δειλη (δειελοσ)
afternoon
δεινα (δε)
some one
δεινοσ*
δινοσ (cyrenaic)*
δειπνον (δαπτω)
dinner
δειρη [lat. dorsum]
neck
δεισ (δεινα, on analogy of εισ)
one
δεκαζω (δοκεω) [δεκομαι, sk. dac]
bribe [receive, grant]
δελεαρ (βορα)
bait
δελτα (heb. daleth) [δελτοσ]
D [tablet]
δελφαξ (βρεφοσ) [δελφισ, δελφυσ]
porker, dolphin, womb
δεμασ [δεμνια, δεμω, eng. timber]
person [bed, build]
δενδαλισ (δανδαλισ, foreign)
barley cake
δενδιλλω [sk. a-dar]
glance [sk. observe]
δενδρον (δρυσ)
tree
δεννοσ (δονεω)
reproach
δεξαμενη (δεκομαι)
tank
δεχιοσ [lat. dexter, sk. dakshinas]
right
δεπασ (δαπτω)
cup "a measure"
δερκομαι [lat. larva, sk. darc] (cf. δενδιλλω)
see
δερω [sk. dar]
flay [tear]
δεσ-ποτησ (γενοσ + ποσισ) [sk. jaspatis, δεσ-ποινα
master [gk. lady]
δευομαι (δυω) [sk. duras]
want [far]
δευρο, δευτε [sk. quick]
hither
δευτεροσ (δευομαι) [δευτατοσ]
second [last] "further, furthest"
δευω
wet
δεφω, δεψω
knead
δεχομαι*
δεκομαι* recieve
δεω [sk. da]
bind
δη (δε)
indeed
δηλεομαι (δερω) [lat. doleo]
injure
δηλομαι*
βουλομαι* -- wish
δηλοσ*
δεελοσ* -- conspicuous
δημοσ (δαιω) 2. (δαιω)
1. land 2. fat, ("'burnt' at sacrifice")
δην (*δεFαν, δευομαι)
long
δηνεα (δαημων)
plans
δηρισ (δερω)
fight (flay)
δητα (δη ειτα)
indeed
δηω (δαημων)
inveniam -- I shall enter
δια (δυο)
through
δε-αζομαι (αττομαι)
begin to weave
*διαινω
*δευω -- moisten
δι-αιτα (αινυμαι)
maintenance
διακονοσ (διωκω) [διακτοροσ]
servant [conductor]
διακοσιοι (δυο + ^εκατον)
200
δια-μυλλαινω [μυλλοσ]
make mouths [awry]
δια-πρυσιοσ (πειρω)
piercing
δια-σφαξ (σφιγγω)
ravine
δι-aτταω (αττομαι)
sift through ("separate")
δια-φρεω (φερω)
let through
διδασκαλοσ [lat. doceo, disco, διδασκω, διδαχη
teacher [ gk. teach, teaching
διδυμοσ (δυο + γενοσ?)
double
διδωμι [lat. do, sk. da] (δαιω)
give
διεμαι [διεροσ, sk. di]
hasten [swift, swing]
διεροσ (διαινω)
liquid
διζημαι (ζητεω)
seek
διζω (δυο)
doubt
δι-ηβεκησ (ηνεκεωσ)
continuous
διηρησ (δυο + αραρισκω)
upper
διθυραμβοσ (foreign)
hymn to dionysos
δικαιροσ
a bird (indian)
δικειν
to throw
δεκελλα (δυο + κυρεω, cf. μα-κελλα)
mattock -- an instrument for loosening the soil in digging, shaped like a pickax, but having one end broad instead of pointed.
δικη (δεικνυμι)
custom
δικροοσ (δυο + κυρεω, cf. αντι-κρυ)
forked
δικτυον (δικειν)
net
δινοσ (διεμαι)
whirling, cup
διοσ [lat. deivus, deus, dies, sk. div
divine
διπλαξ, διπλοοσ (διο + πλειοσ) [lat. duplex, duplus]
double
διπλασιοσ (δυο + πλασσω)
double [eng. manifold]
δισ [lat. bis, sk. dvis, duo]
twice
δισκοσ (δικειν)
quoit -- a ring in a game in which flat rings of iron or rope are pitched at a stake, with points awarded for encircling it.
δισταζω (δυο +ιστημι)
doubt
διφαω
seek
διφθερα (δεφω)
thirst (knead)
διω*
δειδω*
δι-ωκω (ι-ωκη)
pursue
δι-ωλυγιοσ (ηλυγη)
vast ("dismal")
δνοπαλιζω (καμπτω)
shake
δνοφοσ (γνοφοσ, κνεφασ)
darkness
δοαν*
δην* -- long
δοασσατο*
δεατο*
δοθιην
boil
δοιδυξ (δοκοσ)
pestle
δοκευω (δεκομαι)
watch
δοκεω (δεκομαι)
think, seem
δοκοσ
beam
δολιχοσ (θρηνθσ) [sk. dhragh]
long [be able]
δολοσ [lat. dolus, o nor. tal]
snare [o nor. bait]
δομοσ (δεμω) [lat. domus, sk. damas]
house
δοναξ
reed
δονεω
shake
δορπον (δρεπω
supper (pluck)
δορυ (δρυσ)
shaft
δουλοσ (διδωμι?) [sk. dasas, das]
slave [give]
δουποσ (ερι-γδουποσ, κτυποσ)
crash
δοχμιοσ [sk. jihmas]
aslant
δρακων (δερκομαι)
snake ("bright-eyed")
δραμειν [sk. dram, δραπετησ]
to run [gk. runaway]
δρα;σσομαι (cf. δερω)
grasp
δραω (αποδιδρασκω)
do
δρεπω (δρασσομαι)
pluck
δριμuσ [δρυμαζω] (δερω)
keen [tear]
δριοσ (δρυσ)
thicket
δριφοσ (διφροσ, δυο + φερω)
chariot
δροιτη
tub
δρομοσ (δραμειν)
course
δροσοσ (αποδιδρασκω) [sk. dru]
dew [run, melt]
δρυπτω (δρεπω)
tear
δρυσ
oak
δρωπτω (cf. δενδιλλω)
watch
δυη (δαιω)
pain
δυναμαι (γνα-μαι, γιγνωσκω) [eng. can]
am able
δυο, δυω
two
δυπτω (βαπτω)
dive
δυρομαι (δερω)
lament [tear oneself]
δυσ- [sk. dus-]
ill
δυσ-ηλεγησ (αλεγω)
cruel
δυσ-κεηλοσ (κελεω)
hopeless
δυσ-κολοσ (κελλω)
unpleasant
δυσ-πεμφελοσ (πεμπελοσ)
stormy (shaking)
δυστηνοσ (δυσ- + ιστημι)
wretched
δυσ-χιμοσ (χειμα)
terrible [stormy]
δυω (cf. διεμαι) [sk. du]
enter [go]
δω (δεμω) [δομ]
house
δωμοσ*
ζωμοσ* (laconian)
δωρον
palm
ε [lat. ei]
interj
^ε [lat. se, got. sik, eng. self. sk. suas]
himself
^εανοσ (Fεσ-αννοσ, ^εννυμι, Fεσ-ανοσ) [^εανοσ
fine [robe]
εαρ (Fεσαρ) [lat. ver, o nor. var
spring
^εαφθη (^απτοεπησ)
it was thrown
εαω (σεFαω)
leave alone
^εβδομοσ (^επτ-μοσ, ^επτα)
seventh
εβενοσ (hobnim)
ebony (heb. )
εγ-γυη
pledge
εγγυ-θηκη (αγγοσ)
stand
εγγυσ (εγγκυσ, ενεγκειν) [got. nehv, eng. nigh]
near
εγειρω (cf. εθελω, εκεινοσ, εμε) [sk. gar]
wake
εγ-καρσιοσ [lat. cerritus]
slantwise
εγκατα (εγκστα)
entrails
εγ-κοληβαζω
devour
εγ-κομβοομαι [κομβοσ, eng. hook]
am wrapt in [band]
εγκονεω (αγκαλη)
hasten ("bend")
εγ-κουρασ
painting on a ceiling
εγκρισ
pancake
εγκυλιδωτοσ (αγκυλη =αγκαλη)
with a handle
εγ-κυτι (lat. cutis, eng, hide] (σκυτοσ)
close
εγχελυσ (εχισ) [lat. anguilla]
eel
εγχεσι-μοροσ (μεριμνα
devoted to the spear
εγχοσ (νυσσω)
spear
εγω [lat. ego, got. ik, sk. aham]
I
^εδανοσ
sweet
εδαφοσ (ουδασ) [εδεθλον
bottom [floor]
^εδνα, εεδνα [vadhuti]
nuptual gifts [girl]
εδω [lat. edo, got. itan, sk. ad]
eat
εελσαι*
ελσαι, ειλεω*
εθειρα
hair
εθειρω
till
εθελω [eng. gallant] (χαιρω (cf. εγειρω))
wish
εθνοσ (τιθημι) [εθοσ
tribe [custom
ει [lat. sei,] (^e)
if
εια, ειεν [lat. eja]
interj.
ειαμενη (ησαμενη, ^ημαι)
meadow "low lying"
ειβω (false formation from δακρυον ειβων = δακρυα λειβων)
pour
ειδαρ (εδ-Fαρ, εδω)
food
ειδον [lat. video, sk. vid, got. vitan]
saw
ειθαρ (ενθαρ, ευθυσ)
forthwith
εικη (εγκη, ηκα)
heedlessly or uncaring ("calmly")
εικοσι, εεικοσι (Fει-κεν-τι) [lat. viginti] (δυο + δεκα)
20
εικω (^εκων)
yield
εικων
image
ειλαπινη (εFλαπινη, ελπισ) ειλεω
shelter
ειλεοσ (ειλυω)
colic -- pertaining to paroxysmal pain in the abdomen or bowels. ("turning")
ειλεω (Fελ-νεω) [sk. var]
press [cover]
^ειλη (FελFη)
sunlight