83 terms

06 Unit 6 Companion CRIME B2 Blast

STUDY
PLAY

Terms in this set (...)

to be caught red handed
πιάνεσαι επ' αυτοφώρω
to be in a mess
είναι σε κακό χάλι
he thought to himself
σκέφτηκε μόνος του
to be miserable
είναι δυστυχισμένος (μίζερος)
to fool around
χαζολογάω
to be stuck in a place
κολλάω σε ένα μέρος
to interrupt
διακόπτω
the sound of voices
ο ήχος από τις φωνές
the rain beats against the window
η βροχή χτυπά στο παράθυρο
stiff body
(πιασμένο και άκαμπτο) 'μαγκωμένο' σώμα
his body stiffened
το σώμα του 'μαγκώθηκε'
to come down the corridor
κατεβαίνει το διάδρομο
to hear the key in the lock
ακούω το κλειδί στην πόρτα
to keep your eyes to the floor
κρατώ τα μάτια στο πάτωμα
to look up
κοιτώ ψηλά
in a cold bare room
σε ένα κρύο και γυμνό δωμάτιο
to wish for something
εύχομαι για κάτι
it's just wishful thinking
είναι απλά ευγενείς πόθοι
to skip
παραλείπω
to skip school
κάνω κοπάνα
to be in trouble
μπαίνω σε μπελάδες
to feel honoured
νιώθω τιμή
to be considered cool
θεωρούμαι πολύ 'ωραίος τυπάς'
to be admired
το να σε θαυμάζουν
to compete for someone's attention
αγωνίζεσαι για να τραβήξεις την προσοχή κάποιου
to wear trendy clothes
φορώ μοδάτα ρούχα
to have money in your pocket
το να έχεις λεφτά στην τσέπη
to dream of something
το να ονειρεύεσαι κάτι
to turn down an invitation
απορρίπτω μία πρόσκληση
to propose doing something
προτείνω να γίνει κάτι
to suggest doing something
προτείνω να γίνει κάτι
to hang out
πάω βόλτα
a storm
καταιγίδα
to be out in the streets
το να 'γυρνάς' στους δρόμους
to get wet
το να μουσκεύεσαι
to explain yourself
το να εξηγείς τι σκέφτεσαι
curious parents
γονείς γεμάτοι περιέργεια
cheerfulness
χαρά
it didn't last long
δεν διήρκεσε πολύ
to point to something
δείχνω κάτι
a section with computer accessories
ένα τμήμα με αξεσουάρ υπολογιστών
accessories stacked on shelves
αξεσουάρ τοποθετημένα σε ράφια
to glance around
κοιτώ βιαστικά γύρω
to grab something
αρπάζω κάτι
to slip
γλιστρώ
to slip something into your pocket
αφήνω κάτι να γλιστρήσει μέσα στην τσέπη μου
with no hesitation
χωρίς δισταγμό
Are you nuts?
Είσαι τρελός;
to call the police
καλώ την αστυνομία
never, not once
ποτέ, ούτε μία φορά
to make money
βγάζω λεφτά
to sell stuff
πουλώ διάφορα πράγματα
stuff
διάφορα πράγματα// υλικό ή υλικά
staff
προσωπικό μιας επιχείρησης
to walk away
απομακρύνομαι
to be friends with someone
να είμαι φίλος με κάποιον
to urge someone impatiently
πιέζω κάποιον ανυπόμονα
It's a piece of cake
είναι πανεύκολο
to whisper
ψιθυρίζω
to protest
διαμαρτύρομαι
to convince
πείθω
to be caught red-handed
πιάνομαι επ' αυτοφώρω
to leave empty-handed
φεύγω με άδεια χέρια
to look at someone darkly
κοιτώ κάποιον 'σκοτεινά' (δηλ. απειλητικά)
to rely on someone
βασίζομαι σε κάποιον
to take a deep breath
παίρνω μια βαθιά ανάσα
to snatch something
αρπάζω κάτι
snatch - grab - grasp
αρπάζω κάτι γρήγορα και βίαια (3 συνώνυμα)
a shovel
φτυάρι
to shove
σπρώχνω 'με βία' (σαν να φτυαρίζω)
to shove something into my pocket
σπρώχνω, χώνω κάτι στην τσέπη μου (πιο νευρικό, άγαρμπο, απότομο)
to slide something into my pocket
βάζω, αφήνω να γλιστρήσει κάτι στην τσέπη μου (πιο πονηρό, επιδέξιο)
to regret something
μετανιώνω για κάτι
No sooner had he done it than he regretted it
Δεν πρόλαβε να το κάνει και το μετάνοιωσε (No sooner + past perfect, than + simple past)
to turn around
γυρνάω πίσω το κεφάλι μου
to feel a hand on your shoulder
νιώθω ένα χέρι στον ώμο
In an instant he knew
(μέσα σε μια στιγμή) ακαριαία ήξερε
everything became a blur
όλα έγιναν θολά
he was locked in nightmare
ήταν εγκλωβισμένος σε έναν εφιάλτη
to protest your own innocence
διαμαρτύρεσαι υποστηρίζοντας την αθωότητά σου
to accuse someone of something
κατηγορείς κάποιον για κάτι
to push someone to do something
πιέζεις κάποιον να κάνει κάτι
a distant voice
μια μακρινή φωνή