128 terms

10 Unit 10 Companion EDUCATION B2 Blast

STUDY
PLAY

Terms in this set (...)

to travel abroad
ταξιδεύω στο εξωτερικό
to give up doing something
παραιτούμαι από το να κάνω κάτι
to get through difficulties
τα βγάζω πέρα σε δυσκολίες
to have some skills
έχω ορισμένες δεξιότητες
ability
ικανότητα eg. ability to walk: ικανότητα να περπατά - εκ γενετής
skill
δεξιότητα eg. people skills: κοινωνικές δεξιότητες - μαθαίνονται
to learn from ordinary people
μαθαίνω από απλούς (όχι ειδικούς) ανθρώπους
technology enhances learning
η τεχνολογία βελτιώνει τη μάθηση
to have a stroke of luck
έχω μοναδική τύχη
to have a stroke of genius
έχω μοναδική έμπνευση
amazing people
συναρπαστικοί άνθρωποι
numerous sights
πολυάριθμα αξιοθέατα
extraordinary sights
εξαιρετικά αξιοθέατα
as much as possible
όσο το δυνατόν περισσότερο
to pick up new words
'αρπάζω' (δηλ. μαθαίνω) νέες λέξεις
a completely new language
μία τελείως νέα γλώσσα
a totally different language
μία τελείως διαφορετική γλώσσα
to have no choice but do something
δεν έχω επιλογή παρά να κάνω κάτι
to be surrounded by people
το να είσαι περικυκλωμένος από ανθρώπους
to feel overwhelmed
το να νιώθεις 'πνιγμένος' από ένα συναίσθημα ή μία κατάσταση
he felt overwhelmed with joy/sorrow
(with : for emotions) πλημμύρισε από χαρά / λύπη
he felt overwhelmed by the wedding of his daughter
(by : for situations) κατακλύστηκε από συναισθήματα στο γάμο της κόρης του
he felt overwhelmed by the death of his mother
(by : for situations) κατακλύστηκε από συναισθήματα στη κηδεία της μητέρας του
to welcome the challenge
καλωσορίζω την πρόκληση
to see it as an opportunity
το βλέπω ως ευκαιρία
to stretch your self
το να πιέζεις τον εαυτό σου στα όρια
to make a mistake
το να κάνεις ένα λάθος
to be hopeless at sth
το να είσαι ανεπίδεκτος σε κτ
it comes easy
συμβαίνει απλά και φυσικά
the exposure to sth
η έκθεση σε κάτι
totally different
τελείως διαφορετικό
to suggest lying on the beach
προτείνω να ξαπλώσουμε στην παραλία
lie (lying)
ξαπλώνω (gerund)
lie - lay - lain
ξαπλώνω (3 τύποι)
lie - lied - lied
ψεύδομαι (3 τύποι)
lay - laid - laid
τοποθετώ (3 τύποι)
to turn down a suggestion
απορρίπτω μία πρόταση
to announce something
ανακοινώνω κτ
to do sth adventurous
κάνω κτ περιπετειώδες
to train in sth
προπονούμαι σε κτ
a relaxing holiday
χαλαρωτικές διακοπές
two sessions a day
δύο εκπαιδευτικές συναντήσεις τη μέρα
warm-up
προθέρμανση
stretches
εκτάσεις (τεντώματα)
fitness exercises
ασκήσεις που σε κρατούν σε φόρμα
techniques on the pads
τεχνικές πάνω σε μαξιλαράκια
techniques on punching bags
τεχνικές πάνω σε σάκους για γροθιές
a coach
προπονητής
to manage to communicate
καταφέρνω να επικοινωνήσω
to have fun
περνάω καλά
to do private lessons
κάνω ιδιαίτερα μαθήματα
traditional sword
παραδοσιακό σπαθί
sword fighting
ξιφομαχία
to rest
χαλαρώνω
to relax
χαλαρώνω
to go sightseeing
βλέπω τα αξιοθέατα
challenging sessions
εκπαιδευτικές συναντήσεις που σε προκαλούν
exhausting sessions
εκπαιδευτικές συναντήσεις που σε εξαντλούν
unrelenting desire
ασταμάτητη επιθυμία
relentless battle
ακατάπαυστη μάχη
the storm finally relented
η καταιγίδα σταμάτησε
determination
αποφασιστικότητα
to improve
βελτιώνω
dusk
σούρουπο
dawn
ξημέρωμα
it dawned on him that had improved
του έγινε καθαρό (συνειδητοποίησε) ότι είχε προοδεύσει
he realised that he had improved
συνειδητοποίησε ότι είχε προοδεύσει
to play in the street
παίζει στο δρόμο
to be immensely inspired
το να είσαι απείρως (πολύ) εμπνευσμένος
to turn to someone
στρέφομαι σε κάποιον για βοήθεια
to realise immediately
συνειδητοποιώ άμεσα
to teach yourself
διδάσκω τον εαυτό μου
a musical instrument
ένα μουσικό όργανο
a self-taught musician
αυτοδίδακτος μουσικός
a self-made businessman
αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας
to do something right
κάνω κάτι σωστό
to do something wrong
κάνω κάτι λάθος
frustrating
ενοχλητικό και απογοητευτικό
nevertheless
ωστόσο
to end up
καταλήγω
she always ended up playing the guitar
πάντα κατέληγε να παίζει κιθάρα
figure out
ξεκαθαρίζω
to figure something out by yourself
ξεκαθαρίζω κάτι από μόνος μου
to look something up on the internet
το 'ψάχνω και το βρίσκω' στο διαδίκτυο
to learn some chords
μαθαίνω μερικά ακόρντα
to be astonished at something
εκπλήσσομαι από κάτι
to have formal lessons
κάνω κανονικά μαθήματα
to be trapped
παγιδεύομαι
trapped on an island
παγιδεύομαι σε ένα νησί
to take part in a race
συμμετέχω σε ένα αγώνα
a freak storm
μία ακραία καταιγίδα
to forced to do something
αναγκάζομαι να κάνω κάτι
to abandon ship
εγκαταλείπω το πλοίο
to take refuge in a place
βρίσκω καταφύγιο σε ένα μέρος
an inflatable life raft
μία φουσκωτή σωσίβια λέμβος
refuge
καταφύγιο
refugee
πρόσφυγας
immigrant
μετανάστης
to find yourself on an island
βρίσκεσαι σε ένα νησί
on an uninhabited island
σε ένα ακατοίκητο νησί
inhabitants
ντόπιοι - κάτοικοι μιας γεωγραφικής περιοχής
residents
κάτοικοι μιας διοικητικής περιοχής - the residents of a city
occupants
ένοικοι ενός κτηρίου
citizens
πολίτες ενός κράτους με δικαίωμα ψήφου
to make a shelter
φτιάχνω καταφύγιο
salvation
σωτηρία
to salvage something
σώζω κάτι
supplies
προμήθειες
to supply
προμηθεύω
to make a camp
κατασκηνώνω
a permanent camp
μόνιμη κατασκήνωση
permanent
μόνιμο
temporary
παροδικό
knowledge of survival
γνώση επιβίωσης
survival in the outdoors
επιβίωση στην ύπαιθρο
suitable materials
κατάλληλα υλικά
to hunt wildlife
κυνηγώ άγρια ζωή
to spend time doing something
περνώ χρόνο κάνοντας κάτι
to construct a raft
κατασκευάζω μία σχεδία
to have a crash course in something
έχω ένα γρήγορο και πυκνό μάθημα σε κάτι
course
σύνολο μαθημάτων
session
μία συνάντηση με εκπαιδευτικό σκοπό (a lesson)
subject
γνωστικό αντικείμενο (eg. maths)
to educate yourself
εκπαιδεύω τον εαυτό μου
to learn a lesson
μαθαίνω ένα μάθημα (πήρε το μάθημά του)
a valuable lesson
ένα πολύτιμο μάθημα
to spot something
εντοπίζω κάτι
to investigate something
ερευνώ κάτι