How can we help?

You can also find more resources in our Help Center.

20 terms

Homer I.1-120

STUDY
PLAY
προΐαψεν
<προιάπτω: send
ἑλώρια
<ἑλώριον: food, prey
διαστήτην
<διίστημι: stand apart; "quarrel" (3rd dual aor ind act)
ἐρίσαντε
<ἐρίζω (dual aor act masc nom)
σφωε
<σφεῖς (dual masc acc)
ξυνέηκε
<συνίημι: bring together (3rd sg aor ind act)
ἀπερείσι᾽
<ἀπερείσιος: countless
ἄποινα
ransom; "booty"
ἁζόμενοι
<ἅζομαι: regard, stand in awe of
αἰδεῖσθαι
<αἰδέομαι: respect, regard
ἀγλαά
<ἀγλαός: shining, brilliant
ἔτελλε
<τέλλω: lay (an injunction [on a person])
κοίλῃσιν
<κοῖλος: hollow
κιχείω
<κιχάνω: find, catch (1st sg aor subj)
δηθύνοντ'
<δηθύνω: tarry, linger
νύ
indeed
χραίσμῃ
<χραισμέω: help (3rd sg aor subj)
ἔπεισιν
<ἔπειμι: come upon
ἐποιχομένην
<ἐποίχομαι: "work at"
ἀντιόωσαν
<ἀντιάω: "share"